Αψιλίες… επιπέδου

Πηγή

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
13/1/2010
Του ΓΙΩΡΓΟΥ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

* Δημήτρης Μυστακίδης, Ευγένιος Βούλγαρης, Θεοδώρα Αθανασίου: Αψιλίες – ΠΑΡΑΓΩΓΗ: «Πριγκηπέσσα»

Ενα σπουδαίο πράγμα είναι, πιστεύω, αισθητό απ’ το πρώτο κιόλας άκουσμα, απ’ την πρώτη αρχή, του δίσκου: το μεράκι που έχουν οι εκτελεστές μ’ εκείνο που καταπιάνονται.

Εχουν ακόμα κάτι, που είναι σπάνιο: έχουν την αλήθεια που συνοδεύει την καλλιτεχνική τους έκφραση. Πολλοί ερμηνευτές και «ερμηνευτές» της τρέχουσας εμπορικής δισκογραφίας ψεύδονται όταν «εκφράζονται» με διάφορα επιτηδευμένα, γενικής χρήσεως, τεχνητά στερεότυπα. Το ότι η δισκογραφία των πολυεθνικών δεν καταφέρνει (διότι δεν θέλει) να παρουσιάσει πέντε-δέκα καλούς δίσκους το χρόνο, ουδόλως σημαίνει πως λείπουν οι δημιουργοί, που μπορούν να κάνουν όχι μόνο αυτό, αλλά πολύ περισσότερα. Απόδειξη, οι ανεξάρτητες παραγωγές των μερακλήδων καλλιτεχνών που δυστυχώς δεν γίνονται ευρέως γνωστές, αφού δεν προβάλλονται από τα life style έντυπα και τις πρωινο-μεσημεριανές τηλεοπτικές απορριμματοφόρες εκπομπές.

ΑψιλίεςΟ δίσκος «Αψιλίες» – τίτλος από το ομώνυμο τραγούδι του Κωνσταντινοπολίτη Γρηγόρη Ασίκη (1890 – 1967) κυκλοφορεί διότι, όπως λέει ο εκδότης του, ήταν μόνιμη επιθυμία των θαμώνων του κέντρου όπου εμφανίζεται το συγκρότημα. Το αποτέλεσμα, που είναι, κατά τη γνώμη μου, από πολλές απόψεις ανωτέρου επιπέδου, απαντά και σε ζητήματα που κατά καιρούς έχουν απασχολήσει όχι μόνο τους μουσικούς, αλλά και τους ακροατές τους στα κέντρα, στις συναυλίες ή στους δίσκους. Ενα τέτοιο ζήτημα-ερώτημα είναι π.χ. αν υπάρχει πράγματι -και ποιος- λόγος να παίζονται και να ξαναπαίζονται τα τραγούδια αυτά. Ως τώρα, λίγες, ελάχιστες, επανεκτελέσεις έχουν κάτι να πουν, κάτι να προσθέσουν στις γνήσιες, τις πρώτες, εκδοχές, εκείνες που κατέγραψαν άνθρωποι που βίωναν και ανυπόκριτα εξέφραζαν είτε δικά τους είτε των διπλανών τους βάσανα, δράματα και πόνους. Εδώ πάντως έχουμε μια μοναδική ατμόσφαιρα, ένα άκουσμα που τόσο η τεχνική και η εξαιρετική ηχητική καταγραφή όσο και η εκφραστικότητα χαράζουν, πιστεύω, μια ενδιαφέρουσα κατεύθυνση στην προσέγγιση του μουσικού αυτού υλικού. Στα τριάντα και πλέον χρόνια, ας μου επιτραπεί να πω, της «ρεμπετοφαγίας» (εκ μέρους των εμπόρων φυσικά) οι εκτελεστές κάνουν περίπου το ίδιο πράγμα: αντιγράφουν τις παλιές εκτελέσεις και μιμούνται τον ένα ή τον άλλο παλαιό τραγουδιστή ή οργανοπαίχτη. Οι πιο αντικαλλιτεχνικές, μάλιστα, εκδοχές προήλθαν από μερικούς… καλλιτεχνικώς πολυσυλλεκτικούς μεγαλόσχημους του τραγουδιού.

Οι «Αψιλίες» ανταποκρίνονται, πιστεύω, στην πιο φυσική, μα και πιο σημαντική, απαίτηση που αφορά γενικά τις παντός είδους επανεκτελέσεις: τη δημιουργία έργου τέχνης. Η ερμηνεία είναι και αυτή πρωτότυπη δημιουργία, είναι προσωπικό έργο με πνευματικό περιεχόμενο. Οι εκδοχές αυτές τιμούν, νομίζω, τους ανθρώπους που πριν από ένα, σχεδόν, αιώνα έγραψαν τα τραγούδια αυτά.

Δύο, μόνο, παρατηρήσεις. Πρώτη: ως τραγουδιστές έχουμε… «μια γυναίκα δύο άντρες» που έλεγε κι ο μακαρίτης Μητσάκης. Ο ακροατής αναγνωρίζει βέβαια τη γυναικεία, αλλά δεν πληροφορείται ποιος άνδρας τραγουδά ποιο τραγούδι. Αν αυτό είναι «άποψη» της γραφιστικής τέχνης, ας μας έλειπε καλύτερα. Αν πάλι είναι παράλειψη, ας έλειπε επίσης. Δεύτερη παρατήρηση: η γυναικεία φωνή (Θεοδώρα Αθανασίου) βρίσκεται μακράν πιο μπροστά από τις ανδρικές. Δροσερή, μα και γεμάτη φλόγα. Θαυμαστή και για την τεχνική και για την εκφραστικότητά της.